Το ήθος του ανθρώπου χαράζει τη μοίρα του-Ηράκλειτος-

http://kipouropoulou.weebly.com/uploads/1/1/4/5/11451800/2264445_orig.jpg?261

The Fates by Paul Thumann-

Dacunt fata volentem, nolentem trafunt [Ρωμαϊκή παροιμία]

Την ειμαρμένην ουδ’ άν εκφύγοι- Σωκράτης

Η μοίρα οδηγεί αυτούς που τη δέχονται και σέρνει αυτούς που την αρνούνται

 http://thanasis.com/fates03.jpg

 Ο άνθρωπος) μέτοχός εστι της του αγαθού μοίρας Πλάτων

 Πάντα κατ’ ανάγκην, την δ’ αυτήν ειμαρμένην Λεύκιππος

The Fates by Paul Thumann


Οι Μοίρες, αρχαιοελληνικές θεότητες, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν τρεις και καθόριζαν το πεπρωμένο του ανθρώπου. Σύμφωνα με τον Ησίοδο, οι Μοίρες ονομάζονταν Κλωθώ (γιατί έκλωθε το νήμα της ζωής), Λάχεσις γιατί διένειμε τα κακά ή τα καλά και Άτροπος γιατί καθιστούσε τα προηγούμενα αμετάβλητα.[1] 

 Θεωρούνταν κόρες της Νύχτας, ή, όπως αναφέρει μια άλλη παράδοση, του Δία και της Θέμιδας. Η λέξη μοίρα προέρχεται από το αρχαίο ρήμα μείρομαι< μοιράζω, είναι δηλαδή το μερίδιο, το κομμάτι που παίρνει ο καθένας από τη μοιρασιά ενός όλου.

 Μοίρας: μοίρα ως προσηγορικό όνομα σημαίνει μερίδα, δηλαδή το διάστημα της ζωής που έχει παραχωρηθεί στον κάθε άνθρωπο.

 Ως προσωποποιήσεις οι Μοίρες θεωρούνταν κόρες του Δία και της Ανάγκης (ή της Νύκτας ή της Θέμιδας σύμφωνα με άλλες παραδόσεις) και ήταν τρεις: η Λάχεσις (αυτή που μοιράζει, πρβλ. λαγχάνω, λαχνός), η Κλωθώ (αυτή που κλώθει το νήμα της ζωής) και η Ἄτροπος (η αλύγιστη, που κρατά το ψαλίδι και κόβει το νήμα).

 «Κλωθώ τε Λάχεσίν τε καὶ Ἄτροπον, αἵτε διδοῦσι θνητοῖς ἀνθρώποισιν ἔχειν ἀγαθόν τε κακόν τε ».
Ησίοδος, Θεογονία 905-906

 The three Moirae , part of A Golden Thread, John Strudwick , 1885.

Οι μοίρες στην πολιτεία του Πλάτωνα

 Αλλά την αρχική τριάδα ξανασυναντάμε και αργότερα στο Πλάτωνα που στο έργο του Πολιτεία τις ονομάζει κόρες της Ανάγκης [3] και τις παρουσιάζει καθισμένες σε ένα θρόνο, η καθεμιά τους με χιτώνες λευκούς και στεφάνια στο κεφάλι τους να συνοδεύουν με τη φωνή τους την αρμονία που βασιλεύει στις ουράνιες σφαίρες

 ΕΝΟΤΗΤΑ 15η
(617C-E)

Ἄλλας δὲ καθημένας πέριξ δι' ἴσου τρεῖς, ἐν θρόνῳ ἑκάστην, θυγατέρας τῆς Ἀνάγκης, Μοίρας, λευχειμονούσας, στέμματα ἐπὶ τῶν κεφαλῶν ἐχούσας, Λάχεσίν τε καὶ Κλωθὼ καὶ Ἄτροπον, ὑμνεῖν πρὸς τὴν τῶν Σειρήνων ἁρμονίαν, Λάχεσιν μὲν τὰ γεγονότα, Κλωθὼ δὲ τὰ ὄντα, Ἄτροπον δὲ τὰ μέλλοντα. 
Καὶ τὴν μὲν Κλωθὼ τῇ δεξιᾷ χειρὶ ἐφαπτομένην συνεπιστρέφειν τοῦ ἀτράκτου τὴν ἔξω περιφοράν, διαλείπουσαν χρόνον, τὴν δὲ Ἄτροπον τῇ ἀριστερᾷ τὰς ἐντὸς αὖ ὡσαύτως· τὴν δὲ Λάχεσιν ἐν μέρει ἑκατέρας ἑκατέρᾳ τῇ χειρὶ ἐφάπτεσθαι.
 Σφᾶς οὖν, ἐπειδὴ ἀφικέσθαι, εὐθὺς δεῖν ἰέναι πρὸς τὴν Λάχεσιν. Προφήτην οὖν τινα σφᾶς πρῶτον μὲν ἐν τάξει διαστῆσαι, ἔπειτα λαβόντα ἐκ τῶν τῆς Λαχέσεως γονάτων κλήρους τε καὶ βίων παραδείγματα, ἀναβάντα ἐπί τι βῆμα ὑψηλόν εἰπεῖν—
«Ἀνάγκης θυγατρὸς κόρης Λαχέσεως λόγος. Ψυχαὶ ἐφήμεροι, ἀρχὴ ἄλλης περιόδου θνητοῦ γένους θανατηφόρου.
 Οὐχ ὑμᾶς δαίμων λήξεται, ἀλλ' ὑμεῖς δαίμονα αἱρήσεσθε. Πρῶτος δ' ὁ λαχὼν πρῶτος αἱρείσθω βίον ᾧ συνέσται ἐξ ἀνάγκης. Ἀρετὴ δὲ ἀδέσποτον, ἣν τιμῶν καὶ ἀτιμάζων πλέον καὶ ἔλαττον αὐτῆς ἕκαστος ἕξει. Αἰτία ἑλομένου· θεὸς ἀναίτιος.»
Λεξιλόγιο

λευχειμονούσας· λευχειμονέω-ῶ: είμαι ντυμένος στα λευκά στέμματα: στεφάνια από μαλλί ή από κλάδους δάφνης, μυρσίνης κ.τ.τ. ἁρμονίαν: (ως προσηγορικό) συμφωνία, σύστημα μουσικής (ιδίως το σύστημα των οκτώ φθόγγων: η διαπασῶν, που αποδιδόταν στον Πυθαγόρα) περιφορά: εδώ ο περιστρεφόμενος θόλος του ουρανού λήξεται (μέλλ.)· λαγχάνω αἱρήσεσθε (μέλλ.)· αἱρέομαι-οῦμαι: προτιμώ, παίρνω για τον εαυτό μου συνέσται (μέλλ.)· σύνειμι: συζώ, είμαι μαζί
 λευχειμονούσας: οι ορφικοί είχαν φανταστεί τις Μοίρες ως λευκοστόλους.

Ορφικός ύμνος Μοιρών (θυμίαμα αρώματα)

 Μοῖραι ἀπειρέσιοι, Νυκτὸς φίλα τέκνα μελαίνης, κλῦτέ μου εὐχομένου, πολυώνυμοι, αἵτ᾽ ἐπὶ λίμνης οὐρανίας, ἵνα λευκὸν ὕδωρ νυχίας ὑπὸ θέρμης ῥήγνυται ἐν σκιερῶι λιπαρῶι μυχῶι εὐλίθου ἄντρου, ναίουσαι πεπότησθε βροτῶν ἐπ᾽ ἀπείρονα γαῖαν· ἔνθεν ἐπὶ βρότεον δόκιμον γένος ἐλπίδι κοῦφον στείχετε πορφυρέηισι καλυψάμεναι ὀθόνηισι μορσίμωι ἐν πεδίωι, ὅθι πάγγεον ἅρμα διώκει δόξα δίκης παρὰ τέρμα καὶ ἐλπίδος ἠδὲ μεριμνῶν καὶ νόμου ὠγυγίου καὶ ἀπείρονος εὐνόμου ἀρχῆς· Μοῖρα γὰρ ἐν βιότωι καθορᾶι μόνη, οὐδέ τις ἄλλος ἀθανάτων, οἳ ἔχουσι κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου, καὶ Διὸς ὄμμα τέλειον· ἐπεί γ᾽ ὅσα γίγνεται ἡμῖν,  

Μοῖρά τε καὶ Διὸς οἶδε νόος διὰ παντὸς ἅπαντα. ἀλλά μοι εὐκταῖαι, μαλακόφρονες, ἠπιόθυμοι,   Ἄτροπε καὶ Λάχεσι, Κλωθώ, μόλετ᾽, εὐπατέρειαι, ἀέριοι, ἀφανεῖς, ἀμετάτροποι, αἰὲν ἀτειρεῖς, παντοδότειραι, ἀφαιρέτιδες, θνητοῖσιν ἀνάγκη· Μοῖραι, ἀκούσατ᾽ ἐμῶν ὁσίων λοιβῶν τε καὶ εὐχῶν, ἐρχόμεναι μύσταις λυσιπήμονες εὔφρονι βουλῆι. {Μοιράων τέλος ἔλλαβ᾽ ἀοιδή, ἣν ὕφαν᾽ Ὀρφεύς}


Ορφικός ύμνος Μοιρών (θυμίαμα αρώματα)

Ώ Μοίραι αναρίθμηται, αγαπητά τέκνα της μαύρης Νυκτός, ακούσατε την προσευχήν μου σείς με τα πολλά ονόματα, πού κατοικείτε επάνω σε λίμνη επουράνια όπου λευκό νερό στάζει από νυκτερινή ζέστη στον σκιερό μυχό ωραίου φκιασμένου με καλά λιθάρια σπηλαίου, και πετάτε εις την απέραντη γή των ανθρώπων,
 από όπου βαδίζετε προς το ανθρώπινο δουλικό γένος
με ανεκπλήρωτη, κενή ελπίδα, αφού σκεπασθήτε με πορφυρά λεπτά ενδύματα, εις την μοιραίαν πεδιάδα, όπου το άρμα πού κρατεί όλην την γήν το καταδιώκει ή δόξα. πλησίον εις το τέρμα της δίκης (της δικαιοσύνης) και της ελπίδος και των φροντίδων, και εις τον πανάρχαιον νόμον της απέραντου αρχής πού κυβερνάται με καλούς νόμους.
Διότι μόνον ή Μοίρα βλέπει τα συμβαίνοντα εις τον βίον των ανθρώπων, ούτε κανείς άλλος από τους αθανάτους, πού κατέχουν τάς κορυφάς του χιονοσκεπούς Ολύμπου, (βλέπει τα συμβαίνοντα εις τους ανθρώπους), καί το τέλειον μάτι του Διός επειδή όσα συμβαίνουν εις ημάς (τους ανθρώπους) τα γνωρίζει εξ ολοκλήρου όλα ή Μοίρα και ο νους του Διός. 

Αλλά ελάτε δι’ έμέ σείς αι αερινές, αι ευμενείς με την ήπιαν διάθεσιν, σεις η Άτροπος η Λάχεσις καί η Κλώθω, πού έχετε καλόν πατέρα, αι νυκτερινές, αι αφανείς, αι αμετάπειστες, αι πάντοτε σκληρές, πού δίδετε τα πάντα καί αφαιρείτε την ανάγκην από τους θνητούς
ώ Μοίραι, ακούσατε τάς ίδικάς μου ιεράς προσφοράς και τάς προσευχάς, καί ελάτε εις τους μύστας με χαρμόσυνη διάθεσι και αποδιώξατε την λύπην.


Lachesis, J.W. Waterhouse
1894

Ο λόγος της Λάχεσης 

«Η αρετή είναι κάτι το αδέσποτο· καταπώς την τιμάει ή την περιφρονάει ο καθένας θα μεταλάβει απ΄ αυτήν πιο πολύ ή πιο λίγο. Η ευθύνη είναι εκείνου που διαλέγει. 

Ο θεός είναι ανεύθυνος [617e 2-4]. Αυτά είπε και έρριξε τους κλήρους επάνω σε όλους και ο καθένας σήκωνε τον κλήρο που έπεσε μπροστά του. Και ανάμεσα στους κλήρους ήτανε και οι τυραννίδες, άλλες ισόβιες κι άλλες που καταλύονται στο μεταξύ και καταντούνε σε φτώχιες και σε εξορίες και σε επαιτίες. 

Μα ήτανε και βίοι σπουδαίων ανδρών, άλλοι με τη μορφή και με τα κάλλη και με την ρώμη και τη μαχητικότητα, άλλοι πάλι με τις γενιές και τις αρετές των προγόνων. Παρόμοια ήτανε βίοι και αναξίων ανδρών· επίσης και γυναικών».[4]

 Οι μοίρες στην Αρχαία Ρώμη

Οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν τις θεότητες αυτές από τους Έλληνες, τις ονόμαζαν Parcae από την Parca, τη θεά του τοκετού και υπέυθυνη για την ανθρώπινη μοίρα· οι μοίρες των Ρωμαίων ήταν επίσης τρεις: η Δέκιμα (Decima), η Νόννα (Nonna) και η Μόρτα (Morta).

Lucy Lee-Robbins, Les trois Parques 1891

http://chilonas.files.wordpress.com/2013/08/cebfceb9-cebccebfceafcf81ceb5cf82_cf83cf84cebf-cebaceadcebdcf84cf81cebf-ceb7-cebbceaccf87ceb5cf83ceb9cf82.jpg

The Triumph of Death, or The 3 Fates. Flemish tapestry - Victoria and Albert Museum, London.

Το πιο μεγάλο εγώ σε αυτή τη γης του αντρούς λογαριάζω χρέος, τη μοίρα του άσπλαχνα να πολεμάει και το γραφτό να σβήνει Νίκος Καζαντζάκηςhttp://chilonas.files.wordpress.com/2013/08/the-fates.jpg

Παλαιά Πινακοθήκη (Alte Nationalgalerie), Βερολίνo